Η πένα της θυελλώδους αντρειοσύνης

Από το 1922 ως το 1939 φέρεται να αλλάζει πόλεις όπως τα αστικά λεωφορεία και να εκδίδει μετά μανίας αναλυτικά ρεπορτάζ και χρονογραφήματα από το Παρίσι στη Μόσχα ως απεσταλμένος σοβιετικών εφημερίδων. Κάλυψε τον Ισπανικό Εμφύλιο ως ανταποκριτής της Ιζβέστια, όπου γνωρίστηκε με τον Χέμινγουεϊ, μεταξύ τους υπήρχε αμοιβαία συμπάθεια και τεράστιος σεβασμός, δεν είναι τυχαίο ότι πρόκειται για δυο πολύ μεγάλους συγγραφείς παγκόσμιας εμβέλειας.
Το Καλοκαίρι του 1941, η ναζιστική εισβολή στη Σοβιετική Ένωση τον βρήκε στη Μόσχα ως συντάκτη σημαντικών πατριωτικών κειμένων και διαφόρων μπροσούρων.
Ο Έρενμπουργκ τιμήθηκε με το βραβείο Στάλιν το 1942 και το 1948, καθώς και με το διεθνές Βραβείο Λένιν το 1952. Από το 1950 ως το 1967 ήταν αντιπρόεδρος του Παγκοσμίου Συμβουλίου Ειρήνης. Διετέλεσε, επίσης, αντιπρόεδρος του Ανωτάτου Σοβιέτ της Σοβιετικής Ένωσης.
Στο δια ταύτα, μεγάλος συγγραφέας και σπουδαίος πολεμικός ανταποκριτής που μπροστά στα δύσκολα δεν προσεύχονταν για την προσωπική του σωτηρία, αλλά για την σωτηρία του λαού και της πατρίδας του. Κοίταζε τα αστέρια και δημιουργούσε ιστορίες με πορτρέτα από τους μεγάλους Ρώσους ποιητές του παρελθόντος. Βίωνε μέσα του μια καταστροφική αγάπη ανιδιοτελώς, εξαιτίας της χρυσής καρδιάς του. Αποτέλεσε έναν από τους πρώτους συγγραφείς Επιστημονικής Φαντασίας, παρότι το ένα του πόδι ήταν στη Μόσχα και το άλλο ανάμεσα στο Παρίσι, το Βερολίνο και τα πεδία των μαχών του Ισπανικού εμφυλίου. Ο συγγραφέας, ποιητής και πολεμικός ανταποκριτής, με την Πτώση του Παρισού, το Χρονικό της Αντρειοσύνης τόσο στο Λένινγκραντ, όσο και στο Κούρσκ, τα ποιήματα για τον πόλεμο, αποκαθήλωσε τους Φασίστες μέσα στο Βερολίνο και έγινε ο θυελλώδης ποιητής της Ελευθερίας και της Ανθρωπιάς.

Περισσότερα