O Σαμουράι του Ιαπωνικού Σινεμά

Ο όγδοος από τους Επτά Σαμουράι του Ιαπωνικού Κινηματογράφου (οι Γιασουχίρου Όζου, Χιρόσι Τεσιγκαχάρα, Μίκιο Ναρούζε, Νάγκισα Όσιμα, Γιουχάρου Ατσούτα, Μασάκι Κομπαγιάσι και Κιόγκο Καγκάβα, ήταν οι υπόλοιπο επτά), κάθισε στο Θρόνο του πιο μεγάλου απ΄ όλους, φτιάχνοντας και τρέχοντας ταινίες που ξεπερνούσαν το Μυστικό Φρούριο της κινηματογραφικής Ιαπωνίας, με αριστουργηματικά φιλμ που προσιδιάζουν τις Ραψωδίες του Αυγούστου και αποτέλεσαν το καταφύγιο του.
Οι συνθήκες της Άπω Ανατολής, γέννησαν τον πιο απέριττο, ήσυχο, λιτό και θαυμάσιο Άγγελο της κινηματογραφίας της πατρίδας του, που θαύμαζε τόσο τη Σοβιετική πρωτοπορία του Πουντόβκιν, τόσο το δικό μας τον Αγγελόπουλο, όσο και το Σαίξπηρ, εξάλλου το Seven Samurai καθώς και το Ran, τα γύρισε πάνω στη φιλοσοφία του Βρετανού ποιητή και θεατρικού συγγραφέα. Μπορεί το Ιαπωνικό Κινηματογραφικό γίγνεσθαι πριν απ΄ αυτόν και παράλληλα με αυτόν, δηλαδή στα πρώτα του βήματα να ιδιώτευσε σαν αδέσποτο σκυλί στην ουρά μιας Ασιατικής Λευκής Τίγρης, ωστόσο τα όνειρα του Κουροσάβα ήταν κοσμικής φύσης και φιλειρηνικής πνοής.
Ο μεγάλος αυτός κινηματογραφιστής, υπήρξε πολέμιος των σκιών στην φιλμογραφία, θεωρώντας πως το σοβιετικό σινεμά σε σχέση με το Χολιγουντιανό, σου έδινε περισσότερες δυνατότητες για μια ολοκληρωμένη δημιουργία. Για τον ίδιο, το τελευταίο δεν εμβάθυνε, δεν άφηνε περιθώρια δημιουργικής προοπτικής και στο τέλος κολύμπαγε στα αβαθή νερά της χρηματοδότησης από τον παραγωγό, ως εξαρτώμενο και προσαρμοσμένο στο σενάριο από τον τελευταίο, ενώ όπως είχε δηλώσει σε μια από τις συνεντεύξεις του, του ήταν παντελώς αδιάφορο.

Περισσότερα