Eurovision, το ανώτατο στάδιο της κακογουστιάς

Εν αναμονή της εκκίνησης και του φετινού Ευρωπαϊκού “διαγωνισμού” της παντελώς ανυπόληπτης Ευρωπαϊκής pop, ενός διαγωνισμού, που το μόνο που έχει και μπορεί να προσφέρει είναι μια ακατάσχετη, χωρίς όρια και χωρίς καμία αισθητική αναγκαιότητας της έκφρασης, μια κακογουστιά με όρους λάμψης, αίγλης και ακτινοβολίας.
Μάλλον δεν θα έχει άδικο κάποιος “φίλος” αυτής της παντελώς ρηχής και χωρίς κανένα καλλιτεχνικό, η ακόμα περισσότερο, χωρίς κανένα εκφραστικό κριτήριο, να πει ότι χρησιμοποιούμε καταχρηστικά τέτοιου είδους επίθετα για ένα διαγωνισμό που θα παρακολουθήσουν πάνω από 120.000.000 τηλεθεατές σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ήπειρο(και όχι μόνο στην ΕΕ), αλλά και σε ολόκληρο τον κόσμο;
Καταρχάς να εξηγήσουμε ότι η “φανταχτερή” εμποροπανήγυρις , δηλαδή ο διαγωνισμός της Eurovision, που λειτουργεί ισοπεδωτικά σε όλες τις γνωστές τεχνικές διαστάσεις και αντιθετικά σε κάθε δημιουργικό μουσικό ρεύμα εντός των ίδιων των ευρωπαϊκών χωρών, δεν σημαίνει τίποτα το αισθητικά πρωτοποριακό και σοβαρό, ακόμα και αν το παρακολουθούν στα πέρατα της οικουμένης άλλοι τόσοι τηλεθεατές.
Ο διαγωνισμός γεννήθηκε το 1956, ως μοχλός αλλοτρίωσης και απαλλοτρίωσης της κοινωνικής Συνείδησης, σε όλα τα επίπεδα και με όχημα αυτήν την αβάσταχτη ελαφρότητα της δικτατορίας της πολυτελούς και φανταχτερής καλοπέρασης, δεν μπορεί να λογίζεται ως καλλιτεχνικό γεγονός γιατί πολύ απλά δεν είναι και δεν ήταν εξαρχής κάτι τέτοιο.
Όσο κι αν οι σύγχρονοι εγκέφαλοι της «ενιαίας ευρωπαϊκής ταυτότητας» βρήκαν ένα πολύ ισχυρό όπλο προπαγάνδας του ικανού ποσοστού κέρδους και του κόσμου του, για να δημιουργήσουν τις πρώτες “καλλιτεχνικές”(ο Γιαραμπής να τις κάνει τέτοιες)σέκτες, που θα πάψουν να παράγεται και να δημιουργείται σκέψη, προβληματισμός και ψυχαγωγία, δημιουργώντας το υπέδαφος και το έδαφος για τη διαμόρφωση διαύλων μετάδοσης των μηννυμάτων τους, χωρίς να βρίσκουν την παραμικρή αμυντική αντίσταση στην αντανάκλαση από τους τότε και νυν Ευρωπαίους, στην συνείδηση της κοινωνικής συναίνεσης.

Περισσότερα