Οι κληρονόμοι της ανοησίας (Ψειρίζουν τις εναγόμενες μαϊμούδες)

Το είχαμε μάθει πριν πολλά χρόνια, συγκεκριμέμα το 1988 μέσα από μια τηλεταινία που προβλήθηκε και στο Σινεμά, σε σενάριο Τζον Γκέι και σκηνοθεσία Ντέιβιντ Γκριν, με τον τίτλο “Κληρονομήστε τον Άνεμο” και υπότιτλο “Η δίκη των Πιθήκων” και η οποία είχε κατακτήσει το Βραβείο της Ένωσης Αμερικανών Σεναριογράφων Καλύτερου διασκευασμένου τηλεοπτικού σεναρίου μεγάλου μήκους. Η συγκεκριμένη τηλεταινία βασίστηκε στο χρονογράφημα(που ήταν και Θεατρικό Έργο “Κληρονομήστε τον Άνεμο”- “Η δίκη των Πιθήκων” των Τζέρομ Λώρενς και Ρόμπερτ Λη και αφηγούνταν μια πολύκροτη και πραγματική δίκη ανάμεσα σε «δημιουργιστές» και «δαρβινιστές», ενώ ο επίσημος τίτλος της πραγματικής δίκης που πραγματοποιήθηκε σαν σήμερα, ήταν «Η Πολιτεία του Τενεσί κατά του Τζον Τόμας Σκόουπς». Σε αυτήν την δικαστική διαμάχη και στην ακροαματική της διαδικασία βασίστηκε και το Χρονογράφημα, και το Θεατρικό Έργο και το σενάριο της Ταινίας. Το σενάριο της εν λόγω ταινίας για εκείνη την εποχή που γυρίστηκε, δεν ήταν και δεν έμοιαζε τόσο ρεαλιστικό και επίκαιρο, αλλά ένα περίεργο ξεπερσπασμένο ιστορικό και δικαστικό συμβάν(που για σήμερα μάλλον δεν είναι) και έμελε να γίνει ένα από τα σημαντικότερα δικαστικά γεγονότα της νεότερης Ιστορίας. Το 1988, όταν γυρίστηκε το εν λόγω φίλμ(δηλαδή “η δίκη των Πιθήκων”), είχαν κατακτηθεί μέσα από αγώνες τόσο η επιστήμη, όσο και η γνώση καθώς και “η θεωρία της εξέλιξης” μέσω της φυσικής επιλογής. Τότε όλα τα παραπάνω είχα νικήσει κατά κράτος την παραεπιστημολογία και φυσικά την Θεοκρατικής αντίληψης και Προτεσταντικής ηθικής συνωμοσιολογία.

Περισσότερα

Τα υπέροχα τοπία των σιωπηλών χρωμμάτων

Ο Μεγαλέξανδρος του Ελληνικού Κινηματογράφου δεν υπήρξε ουδέποτε ελιτιστής, όσο κι αν ορισμένοι κύκλοι παλαιού ιδιωτικού τηλεοπτικού σταθμού(που ετοιμάζεται να βρεθεί ξανά στις οθόνες μας) και το πολιτικό προσωπικό του λεγόμενου “εκσυγχρονισμού” της εποχής τον πολέμησε όσο κανέναν άλλο καλλιτέχνη. Ο Τεό ήταν μια πρωτοπορία μεγατόνων, που με καταγωγή και ρίζες λαϊκές( ειδικά από την πλευρά της μητέρας του, μιας χωριατοπούλας από το Γαβαλοχώρι Αποκορώνου του νομού Χανίων), που ανέδειξε απ’ την πλευρά των μονίμως ηττημένων το ήθος, την ποιότητα και την μελαγχολία τους και φυσικά τις πανανθρώπινες αξίες που κουβαλούσαν, βγαλμένες από την ίδια την ταξική μπότα της “μετεμφυλιακής” Ελλάδας. Τα γκρίζα τοπία στην ομίχλη και η σιωπή του θιασάρχη της απόλυτης και απέραντης αισθητικής είναι εμποτισμένα μέσα όλες τις τριλογίες του, της ιστορίας, της σιωπής, των συνόρων και της μοντέρνας Ελλάδας που δεν ολοκληρώθηκε ποτέ, αφού η άλλη θάλασσα του, τον πήρε στο βυθό της, άφησε το απέραντο κενό και ρίχνοντας τη σκόνη του χρόνου στα μάτια του νεοελληνικού κινηματογραφικού πολιτισμού, κάνοντας τα λιβάδια της Βόρειας Ελλάδας να δακρύζουν και να λυγίζουν με το χαμό του. Όταν τον έθαβαν και πάλι σημειολογικά όλα τα τοπία στη χώρα ήταν βροχερά και θλιμμένα. Ο Τεό ήταν το βλέμμα και απάντηση του σύγχρονου και μοναχικού Οδυσσέα που με το ένα πόδι σκέφτονταν σαν άνθρωπος της ανατολής(κυρίως της Βαλκανικής) και με το άλλο πόδι να είναι μετέωρο και παγωμένο στο χρόνο, να αναζητά ζωτικό χώρο στα ιδανικά της Δύσης, που και η ίδια έχει εδώ και δεκαετίες βίαια είχε απεμπολήσει.

Περισσότερα

O Κινηματογραφιστής της Σόνιας

Ο Τάκης Κανελλόπουλος το 1962 γύρισε μια από τις πιο σπουδαίες αντιπολεμικές και εσκεμμένα ασπρόμαυρες ταινίες τις εποχής τον “Ουρανό” εν όψει και της επετείου των ημερών την 28η του Οκτώβρη, που ουσιαστικά στηρίζεται και σχετίζεται σε πάνω σε αληθινές αφηγήσεις όσων έζησαν την περίοδο από το 1940 – 1944 τη φρίκη του Β’ ΠΠ και ήταν όλες στηριγμένες πάνω και μόνο σε πραγματικά γεγονότα.
Μέχρι το 1980 γυρίζει άλλες έξι ταινίες, όπου δεν παραβλέπεται σε καμία από αυτές η συναισθηματική τοποθέτηση – πινελιά των ηρώων – αντιηρώων του (η ηρωϊδων – αντιηρωίδων του όπως η Σόνια), ειδικά από αυτές που γυρίστηκαν από το 1972 και μετά, όπου το ερωτικό δράμα είναι “πανταχού παρών (και δυστυχώς) τα πάντα πληρών” με όρους προτεσταντικής ηθικής και Παλαιάς Διαθήκης, όπου ο τιμωρός είναι σε κάθε σημείο παραμονεύοντας στη γωνία και ο κλοιός γίνεται συσφιγκτήρας.
Τόσο στην “Τελευταία Άνοιξη”, [(όπου μια παρέα χωρίζεται από τον Πόλεμο) και τα τρία μέρη της ακροβατούν σε νέες ζωές, άλλες στην αλληλεγγύη με το συμπολεμιστή τους, άλλες με την προστασία στα φυλακισμένα πουλιά και άλλες στην λιποταξία και στο ψέμα χάριν ερωτικής αναγκαιότητας που δημιουργεί μια παράνομη σχέση με το τέταρτο μέλος της παρέας την Άννα)].
Τόσο στο “Χρονικό μιας Κυριακής”, όπου έξι σπονδυλωτές ιστορίες δημιουργούν ένα πεδίο ορισμού πάνω κάτω, κοινό, την αναγκαιότητα για επίτευξη της προσμονής έξι διαφορετικών ηρώων.
Τόσο στο “Ρομαντικό Σημείωμα” την προτελευταία του ταινία, όπου τέσσερις συμφοιτητές έχουν κοινό ερωτικό στόχο που δεν είναι άλλος από την ίδια κοπέλα, η οποία θα αναστατώσει τις ζωές τους όταν αυτή θα εμφανιστεί από το πουθενά στις ζωές τους, και με τον ίδιο τρόπο θα τους εγκαταλείψει ολοκληρώνοντας το δράμα που συνεχίστηκε και στην τελευταία του ταινία τη “Σόνια” το 1980, την ίσως σπουδαιότερη ερωτική ταινία που έβγαλε ποτέ το Ελληνικό Σινεμά.

Περισσότερα

Οι βροχερές αναμνήσεις ενός σκηνοθέτη στην Νέα Υόρκη

Στη νέα του ταινία ο Άλεν, με κάθε τρόπο και σε κάθε περίπτωση προσπαθεί να φτιάξει μια ιστορία που μάλλον θα ήταν κάποια από τις περιπέτειες της ζωής του κατά το παρελθόν, όμως εδώ πρόκειται περί μιας μυθοπλασίας και όλα αυτά μάλλον μας τα αποδίδει ως εικασίες του μυαλού μας.
Μια μυθοπλασία που όσο και αν δε θέλει και ο δημιουργός της και φυσικά ο θεατής, μάλλον σε παραπέμπει σε προσωπικές εμπειρίες του παρελθόντος του πρώτου, με τις επίδοξες φιλοδοξίες του μέλλοντος να καταλήγουν σε μια κωμωδία, θυμίζοντας το τσιτάτο του Μαρξ πως “η ιστορία επαναλαμβάνεται πότε σαν φάρσα και πότε σαν τραγωδία”, δηλαδή δεν επαναλαμβάνεται με τον ίδιο τρόπο ποτέ, η όταν επαναλαμβάνεται ως ευσεβής πόθος του δημιουργού της στο σήμερα, για να μην είναι φαρσοκωμωδία, ο σκηνοθέτης, φτιάχνει έναν νεότερο εξίσου ταλαντούχου και επιτυχημένου με αυτόν, στα μέτρα και τα σταθμά τα δικά του.
Καχεκτικός και πολύ αδυνατούλης, ανασφαλής και εμμονικός με τα περί της αποδοχής του από το άλλο φύλλο, συν ότι άλλο συνοδεύει τον Άλεν εδώ και δεκαετίας. Στην νέα του ταινία, μας δίνεται η αίσθηση ότι ο σκηνοθέτης Ρόλαντ Πόρλαντ, είναι μια παραλλαγή του ίδιου του Άλεν στα νιάτα του, αλλά στην εποχή μας, όσο κι αν δε θέλει ο ίδιος ο Άλεν να το παραδεχτεί και δεν είναι τυχαίο ότι από μια ηλιόλουστη ημέρα πάμε σε ένα βροχερό σκηνικό και μάλιστα με τη σφραγίδα του ίδιου του τίτλου, που είναι και όλο το ρεζουμέ.
Ένα πολύ συμπαθητικό φιλμ όπου οι ερωτικές προσδοκίες ενός ραντεβού για συνέντευξη, καταλήγουν να είναι ένα σοβαρό ερωτικό φλερτ που είναι έτοιμο να διαλύσει τα πάντα και κυρίως το κύρος του φερόμενου ως σκηνοθέτη από το ίδιο το φιλμ. Όσο κι αν ορισμένοι μέμφονται τον Άλεν, εμείς τον θεωρούμε πολύ μεγάλο δημιουργό που τολμάει να μιλάει για πράγματα που άλλοι επιμελώς, πολύ έντεχνα προσπαθούν να αποκρύψουν κάτω απ΄ το χαλί, αλλά αυτός θαρραλέα κάνει άλλη μια ακτινογραφία του υπέροχου του μικρόκοσμου!!!

Περισσότερα
Font Resize
istosch webPortal