Το τελευταίο Καλοκαίρι της Aθωότητας
Το τελευταίο Καλοκαίρι της Αθωότητας
Φτάνουν τα Χριστούγεννα του 2025 και ακόμα δεν έχω συνειδητοποιήσει ότι η μοναξιά του σπιτιού είναι απέραντη δίχως την παρουσία σου, ακόμα κι αν έχει το σπίτι γλυκάνει σε σχέση με την παγωμάρα των πρώτων ημερών.
Αυτήν την παρουσία που με γαλήνευε, αυτή τη στιγμή στις πιο δύσκολες στιγμές της ζωής μου τη νοσταλγώ. Νοσταλγώ ακόμα κι αυτό τον ανεξήγητο φόβο, αυτό που πάντα φοβόμουν να μην κάνω κάποιο λάθος και αισθανθείς πόνο, μοναξιά, παραίτηση, εγκατάλειψη και μαρασμό.
Αυτής της ζωής, που το Καλοκαίρι που μας πέρασε, απέδειξε το πόσο γρήγορα περνάει και φεύγει ο χρόνος, ειδικά όταν είναι δημιουργικός, όταν βάζεις στόχους και προχωράς με όνειρα, έχοντας σκοπό την ολόπλευρη βελτίωση σου, ως ενός αγαπημένου προσώπου που σήμερα βρίσκεται στο “βασίλειο των αναμνήσεων” και στο “βασίλειο της μετασχηματισμένης ύλης”, σε κάτι άλλο επίσης υλικό, αλλά μάλλον αόρατο, που ήθελα να μην νιώθει μονάχο, αδύναμο και φυσικά εγκαταλελειμμένο, εξάλλου ο πολιτισμός δοκιμάζεται στα παιδιά, στους αδύναμους, στους ΑΜΕΑ και στους ηλικιωμένους, που μάλλον έχουν περισσότερη δύναμη από εμάς.
Όταν ανοίγω την πόρτα νομίζω πως θα μου φωνάξεις και πάλι “Γιάννη”, αλλά επί ματαίω, ωστόσο σε ακούω μέσα στο κεφάλι μου κάθε φορά πού πάω να ξυπνήσω και δε με νοιάζει καθόλου αν είναι ψευδαίσθηση.
Το Καλοκαίρι που μας πέρασε, δεν πέρασε απλά γρήγορα – πέρασε εν ριπή οφθαλμού, ταχύτατα και δεν το καταλάβαμε, όπως έλεγες αγαπημένη μου μητέρα. Όλα αυτά, γιατί κάναμε μια πολύ μεγάλη και γενναία προσπάθεια που ναι μεν έφερνε αντικειμενικά αποτελέσματα, που όχι μόνο δεν έπεσε στο κενό, αλλά σε έκανε όλο και πιο δυνατή. Οι απίστευτες προόδοι που έκανες μέρα με τη μέρα, ώρα με την ώρα ήταν εκθετικές και όχι αριθμητικές, και απέδειχνες αυτό που έλεγαν όλοι οι γιατροί και όλοι οι νοσηλευτές ένα χρόνο πριν, ότι θα ζήσεις πολλά πολλά χρόνια ακόμα, γιατί η κράση σου, ξεπερνούσε κάθε λογική, είχες τα 100 για πλάκα, όμως τα πράγματα δεν ήρθαν με βάση το φαίνεσθαι και τη λογική, πολύ περισσότερο δεν ήλθαν σύμφωνα με τις δυνατότητες σου, αλλά σύμφωνα με μια πραγματικότητα που το τυχαίο με αρνητικό πρόσημο μάλλον την ευνοούσε εκθετικά, μια επίκτητη μεν αλλά πραγματικότητα δε, που συνεχώς νικούσες, ακόμα και μέσα στους θαλάμους της υγειονομικής αυθεντίας.
Η προσπάθεια που κάναμε από την αρχή του χρόνου, ποτέ δεν ήταν ούτε μάταιη, ούτε πήγε χαμένη, η πρόοδος σου εκθετική, εξάλλου μετά το ετήσιο μνημόσυνο της αγαπημένης σου αδελφής, κάπου στις αρχές του καλοκαιριού, πετάξαμε τον καθετήρα και βελτιώναμε την κινητικότητα σου εκθετικά, η οποία ώρα με την ώρα, μέρα με τη μέρα ανακτούσες τις δυνάμεις σου και θα προχωρούσαμε με γοργά και θετικά βήματα, στην πλήρη αποκατάσταση σου, που θα θύμιζε την προηγούμενη χρονιά.
Ο σκοπός σε πρώτη φάση, ήταν να απεξαρτηθούμε από το βασανιστήριο του καθετήρα, κάτι που το καταφέραμε και χωρίς αυτόν ολόκληρο το Καλοκαίρι, να σε σηκώνω από το κρεβάτι όποτε είχες ανάγκη να πας τουαλέτα, η σε κούραζε το κρεβάτι και προσπαθούσα να σε πείσω ότι δεν χρειάζεται ακόμα να πας μόνη σου, θα έρθει η ώρα και η πρόοδος σου που ήταν αξιοθαύμαστη θα φέρει αποτελέσματα, τότε στα 91.5, και πλησίαζε η ώρα να ξανά αφήσουμε το πι, η την περπατούρα. Είχε δρομολογηθεί και μπει σε μια σειρά η κατάσταση, μαγειρεύαμε μαζί, επιτηρούσες το σφουγγάρισμα και τα πάντα μέσα στο σπίτι, έραβες και έκοβες με τις κλωστές και τις βελόνες, μπάλωνες ότι είχε ξηλωθεί, ξεματιάζαμε μαζί τις πατάτες και τοποθετούσαμε μαζί στο ψυγείο τα ψώνια της λαϊκής, κόβαμε μαζί τις σαλάτες, αλλά εσύ έφτιαχνες τα πρωϊνά μας.
Μου έλεγες “παιδί μου συγνώμη που δε μπορώ ακόμα να σε βοηθήσω να πλύνουμε τα πιάτα μαζί, ούτε να κάνουμε τα τζάμια”, αλλά δεν τα άφηνα για το χατήρι σου, άρχισα να μαθαίνω πως θα φροντίζω τα γεράνια σου και βρήκα και άλλους βασιλικούς που τους φύτεψα για το χατήρι σου και σου απαντούσα, “μάνα μου, μανούλα μου τι λες, δεν με ταλαιπωρείς καθόλου, χαρά μου να σε εξυπηρετώ, μη μου ζητάς συγνώμη”.
Δεν ήθελα να σε αφήνω πολλές ώρες μονάχη σου, μετρούσα το χρόνο και κάθε μιάμιση ώρα, όπου κι αν ήμουν ερχόμουν με χαρά, για να σε βοηθήσω να σηκωθείς και αυτό μου λείπει πολύ γιατί δεν ήθελα να πας κάπου μόνη σου, αν και το είχες καταφέρει κάνα δυο φορές που είχα αργήσει αφήνοντας με έκπληκτο, γιατί αυτό ήταν για την επόμενη φάση που θα ήμουν σίγουρος, ότι θα είχες απεξαρτηθεί από το πι, αλλά τα κατάφερνες μανούλα μου, η θέληση σου για ζωή υποδειγματική.
Το άλμα ήταν όταν αρχίσαμε να περπατάμε μέχρι το ασανσέρ και να δουλεύουν ακόμα καλύτερα τα πνευμόνια σου που ήταν τόσο ταλαιπωρημένα τα τελευταία 15 χρόνια, όταν ένας μεθυσμένος οδηγός σε πέταξε κάτω με αποτέλεσμα τα δύο σπασμένα πλευρά σου να αφήσουν ένα ανεξίτηλο σημάδι στην οξυγόνωση σου.
Όμως εκεί ως μαχήτρια αν και λαχάνιαζες(εσύ το έλεγες αναλούχισμα από την ντοπιολαλιά που πάντα ανακαλούσες), η έλεγες το “που να πάρω και που να δώσω”, το πάλευες, κι εγώ δίπλα σου, όχι μόνο δε σε άφηνα αλλά σε προστάτευα, όπως εσύ εμένα όταν ήμουν παιδί, δεν ήταν ένα απλό χρέος, ήταν η ανάγκη μου να αισθανθώ καλύτερα και να μην έχω ενοχές για το μετά, να σε ευχαριστηθώ όσο ο χρόνος θα το επέτρεπε, θα ήταν έγκλημα εκ μέρους μου να σε αφήσω μόνη σου, χωρίς να σε βοηθάω όσο και όπου μπορώ και να σου επαναλαμβάνω το «Μάνα μου, μανούλα μου γλυκιά, δεν θέλω όταν λείπω να σηκώνεσαι, θέλω να με περιμένεις, θα έρθει η ώρα όπως πέρυσι που θα το πραγματοποιείς μόνη σου…» Τα απογεύματα και τα βράδια, παρακολουθούσαμε μαζί τηλεόραση τις αγαπημένες σου σειρές στην ΕΡΤ 1 και το καλοκαίρι μετά που γυρνούσα από την θάλασσα, που για μία ώρα πήγαινα, καθόμασταν μαζί στο μπαλκόνι να βλέπουμε τα άστρα και να σου εξηγώ τους αστρικούς σχηματισμούς, να ακούμε μουσική και να βλέπουμε τα παιδάκια στο απέναντι φροντιστήριο που σε χαιρετούσαν και σε κοιτούσαν με θαυμασμό, όπως και οι γείτονες που σου μιλούσαν κι εσύ τους χαμογελούσες. Είχα αφήσει τη δουλειά μου στον αυτόματο, αλλά δεν με ένοιαζε κι ας κάθε μήνα ήθελα ένα τσουβάλι χρήματα για το Κράτος, η προτεραιότητα μου ήσουν εσύ, μέχρι να γίνεις 100% ξανά καλά και να απεξαρτηθείς από τη δικτατορία της προστασίας μου, μέχρι τότε, κάθε πρωί να μαγειρεύουμε μαζί και το μεσημέρι μετά το φαγητό να πλύνω τα πιάτα να σου δώσω τα φάρμακα σου, να καθόμαστε παρέα στο μπαλκόνι μέχρι να πάω στο μπάνιο στη θάλασσα.
Φέτος το καλοκαίρι το τελευταίο της αθωότητας μου μαζί συγυρίσαμε το μπαλκόνι, προσπαθήσαμε να μαντάρουμε τις τέντες, θυμάμαι που χάρηκες που οι γείτονες έφτιαξαν τις ζημιές που μας είχαν προξενήσει κι έδινες τις ευχές σου στους μάστορες και στους εργάτες. Μου έδειχνες πως να σφουγγαρίζω σωστά και όχι τσάτρα πάτρα, και να μου δίνει οδηγίες στο πως να πλύνω τα ρούχα σωστά, να απλώνω τα χωρίς κενά τα ρούχα, να κάνουμε μαζί δουλειές και το κυριότερο να σχεδιάζουμε τις βόλτες οι οποίες θα κάναμε μόλις τα άφηνες το π. στο αγαπημένο σου δυτικό Ρέθυμνο, στο Δαμνόνι, στον Πλακιά, αλλά όταν σε ρώταγα για τα χωριά μας, σε έπιανε μελαγχολία, λέγοντας μου, αφού δεν είναι η Βασιλεία εκεί, εγώ τι δουλειά έχω στα Ρούστικα;;;
Πριν το μπάνιο ξανά στο μπαλκόνι και θυμάμαι πως με ρώταγες “πως ο ήλιος κάνει αντηλιά στον τοίχο εκείνης της πολυκατοικίας”, σου εξηγούσα και μετά σου έφτιαχνα ένα Ελληνικό Καφέ με πολύ πολύ ζάχαρη μανούλα μου και έβλεπες τον Κήπο, λέγοντας μου να πω στη διαχείριση να ενημερώσουν το γείτονα να κόψει τη Συκιά γιατί έχει καλύψει όλο τον κήπο και θα ξεράνει τα υπόλοιπα δέντρα.
Ήταν οι τελευταίες μέρες του Καλοκαιριού, που προετοίμαζα και την ανασυγκρότηση της δουλειάς μου, κάθε μεσημέρι φούλαρα τις μηχανές για το επικείμενο Φθινόπωρο, αλλά όταν σχεδιάζεις το μέλλον, αυτό μάλλον σε κοροϊδεύει από ψηλά, παρότι στον αυτόματο τις περισσότερες ώρες, είχε φτιαχτεί ένα ολοκληρωμένο πρόγραμμα επανεκκίνησης, για τα 20 Χρόνια, που μάλλον έμεινε στα χαρτιά, αυτές ήταν και οι τελευταίες ημέρες της αθωότητας, που μάλλον επισφραγίστηκαν με τον πιο σκληρό τρόπο στις 16 του Σεπτέμβρη του 2025 προς το παρόν ακόμα τρέχοντος έτους.
Αποδείχθηκε για μια ακόμη φορά, και δυστυχώς ότι τα εκκολπώματα αιμορράγησαν ξανά, αλλά που να καταλάβω ότι αντικειμενικά ήθελαν μόνο το προσωρινό κόψιμο το αντιπηκτικού, μαζί με μια αντιβίωση και τίποτα περισσότερο μιας και πέρυσι που τα είχαμε πάλι, αλλά τότε ήταν πολλά, είχαμε κάνει κολονοσκόπηση, ότι δεν θα τα πάγωναν ξανά με υγρό άζωτο, πού όμως να το φανταστώ και που να το ξέρω μανούλα μου, για καλό σε πήγα στο Νοσοκομείο, που να φανταστώ τα διαλυτικά του χαρακτηριστικά, μέσα σε ένα κι όλας χρόνο, που να φανταστώ ότι θα περνούσαμε 43 μέρες ένα κυκεώνα, που ναι μεν θα σε έβγαζε νικήτρια από εκεί, αλλά η νίκη στο τέλος θα πληρώνονταν με τον πλέον ακριβό τρόπο;;; Έπαθες πνευμονική εμβολή από λάθος εκτίμηση κάποιων γιατρών που ήθελαν να σου κάνουν αξονική τομογραφία με σκιαγραφικό, αλλά χωρίς αντιπηκτικό αυτό σημαίνει επίκτητη πνευμονική εμβολή και μάλιστα τη μέρα που ήταν έτοιμο το εξιτήριο, το μάθαμε κι αυτό ετεροχρονισμένα και στην μετέπειτα αλλαγή κλινικής από την Α’ Χειρουργική, μας μετέφεραν στον Αχέροντα της Α’ παθολογικής χωρίς όμως παθολόγους να έχουν την ευθύνη, αλλά με τους ελάχιστους πνευμονολόγους να την παρακολουθούν και να κάνουν το ένα λάθος πίσω από το άλλο, ενώ γυναίκα κάθε φορά γινόταν καλά, αλλά αντί να φεύγουμε, μπαίναμε όλο και βαθύτερα στη στενωπό. Αυτή η μαχήτρια της ζωής και η οποία στα 92 της χρόνια έφτασε κάθε Παρασκευή να βγαίνει και να μην τη βγάζουν, επειδή άλλοτε οι αιματολογικές εξετάσεις έφευγαν στο Ηράκλειο στο ΠΑΓΝΗ, επειδή εδώ πέρα το Νοσοκομείο έχει γίνει κέντρο Υγείας και άλλοτε επειδή έδιναν περισσότερο σημασία σε άλλα περιστατικά, γιατί εμείς ήμασταν μάνα καλά, να καθόμαστε χωρίς λόγο και αιτία μέσα, με αποτέλεσμα ενώ τις είχαν υποσχεθεί ότι θα βγούμε έξω να παθαίνει κρίσεις πανικού, που τις έκαναν καλά οι παθολόγοι και οι οποίοι δυσανασχετούσαν γιατί ήσουν ακόμα μέσα. Οι τελευταίοι να φωνάζουν διαρκώς, διώξτε τη γυναίκα πριν κολλήσει μικρόβιο μέχρι που πήρε ένα πολύ ανθεκτικό νοσοκομειακό και το οποίο νίκησε για μια ακόμη φορά. Μέσα σε δύο εβδομάδες και με τη δική μου συμβολή με το συντρισυντάλ στο χέρι, όχι μόνο νικήσαμε το μικρόβιο, το εκμηδενίσαμε και στα ούρα, ενώ δεν μπήκε στο αίμα.
Αλλά για μια ακόμη φορά, όταν πήραμε εξιτήριο της άλλαξαν τον καθετήρα, πάνω σε ακάθαρτα σεντόνια, το ασθενοφόρο άργησε να έρθει χαρακτηριστικά, και άλλη μια παλινωδία να αιωρείται στον αέρα(την μια οι ηλεκτρολύτες που δεν δίνονταν, την άλλη τα προ βιοτικά, σε γενικές γραμμές, ο γενικός χαμός), ήταν η μοναδική φορά που δεν κρατήθηκαν τα πρωτόκολλα, μιας και δεν πήρε συνεχόμενη αντιβίωση για το σπίτι, για τουλάχιστον 15 ημέρες, όπως λένε τα δικά τους πρωτόκολλα. Το Φθινόπωρο δεν ήταν της αθωότητας, αλλά του άγχους κι ενώ γυρίζουμε στο σπίτι και μετά στο δωμάτιο της στο κρεβάτι της τη δεύτερη βραδιά να χαμογελάει ενώ κοιμόταν, κάτι που σήμαινε ότι ήθελε η γυναίκα να γυρίσει εκεί που ήταν η έδρα της, τις επόμενες ημέρες να ανεβάζει δέκατα, να καλούμε τον ουρολόγο, να κάνουμε καλλιέργεια και να δείχνει υποτροπή, αλλά η γυναίκα μέσα σε 15 μέρες να ξαναγίνεται καλά, αλλά μετά από τόσες συμπληγάδες που πέρασε και ξαναπέρασε με επιτυχία, αλλά και ένα τόσο μεγάλο αγώνα, να εκπνέει στα χέρια μου την έβδομη φορά που την ξάπλωσα μετά από το κάθισμα στο κρεβάτι για να ανεβάσω το οξυγόνο της. Αυτές τις μέρες που λείπει και που είναι τα 40 της τα Χριστούγεννα αλλά τα κάναμε νωρίτερα αυτή την Κυριακή, σε σκέφτομαι συνεχώς Μανούλα μου, σκέφτομαι που μιλούσαμε, που κάναμε ασκήσεις στο καλοκαίρι και η κινητικότητα σου, όχι μόνο βελτιώνονταν, αλλά γινόταν όλο και καλύτερη, γινόσουν όλο και πιο δυνατή, όλο και καλύτερα, μέχρι να ορθοστατήσεις κανονικά για να μην πέσεις και χτυπήσεις και έχουμε τα χειρότερα, μέχρι να τα καταφέρουμε 100%, να πάμε να διαλέξεις πλαστικό για το τραπέζι, και εσύ με άκουγες έβλεπες τηλεόραση στο tablet ό,τι έπαιζε το ερτflix.
Κάθε φορά, στο περασμένο Καλοκαίρι της αθωότητας, πραγματικά κάθε φορά, δεν κάναμε απλά ένα βήμα για την ακόμα καλύτερη ίαση σου, αλλά άλματα, που διακόπηκαν απότομα και χωρίς καμία σοβαρή αιτία και λογική.
Σου είχα υποσχεθεί ότι ακόμα και αν αφήσουμε το πι το πρώτο διάστημα για πάνω από ένα Μήνα, θα ήμουν από κοντά σου, για να αποκτήσεις ακόμα καλύτερη ισορροπία στο περπάτημα σου. όλα αυτά ήταν στο τελευταίο καλοκαίρι της αθωότητας. Η φυγή σου αγωνίστρια μητέρα μου, εσύ που πέρασες μια ζωή πάρα πολύ δύσκολη, πού αδικήθηκες αντικειμενικά, ήταν και το τέλος μίας εποχής, το τέλος της παιδικότητας μου, αν και έχω ενηλικιωθεί, εδώ και πολλά χρόνια, αλλά όσο να είναι κανείς, όταν ο γονιός φεύγει, σε ό,τι ηλικία και να είναι, σε ό,τι ηλικία και να είναι το παιδί, που ανήρ εδώ και πολλά χρόνια, δεν παύει ακόμα να είναι ο άνδρας, η η γυναίκα αναλόγως το φύλο, που χάνει οριστικά την παιδική του ηλικία, έστω και καθυστερημένα, και εν τέλη να χάνει την αθωότητα του, προσπαθώντας να βρει τα πατήματα του σε κενό αέρος.
Έτσι κι εγώ αγαπημένη μου μανούλα, χάνοντας σε έχασα το παρελθόν μου, τις ρίζες μου, όμως είσαι και θα είσαι για πάντα μέσα μου, όπως ολόκληρη η οικογένεια μας, από την πλευρά σου.
Τελικά ο καιρός περνάει γρήγορα, αλλά και ταυτόχρονα βασανιστικά, αν και οι 40 μέρες από τη φυγή σου μητέρα, συμπίπτουν με τη μέρα των Χριστουγέννων, των ίσως πιο σκληρών που έχουμε ζήσει έως σήμερα, σήμερα θα πραγματοποιήσουμε το μνημόσυνο σου.
Αντικειμενικά το κενό σου είναι δυσαναπλήρωτο, εξάλλου ήσουν μάνα και πατέρας μου μαζί και οι ηθικές σου αρχές μάλλον έπιαναν ταβάνι. Αυτές τις μέρες προσπαθώ να σου γράψω ένα ακόμη κείμενο, γιατί με το νέο χρόνο συμπληρώνεται ενάμισης μήνας, από τότε που έκλεισες τα μάτια σου στην αγκαλιά μου όταν προσπαθούσα να σε ξαπλώσω στο κρεβάτι σου, αλλά πριν γίνει αυτό τα ματάκια σου προσπαθούσαν να με αποχαιρετήσουν. Κάποιοι το λένε ευλογία, κάποιοι το λένε παρηγοριά, άλλοι παγώνουν στη σκέψη και μόνο.
Προσπάθησα να σε επαναφέρω αλλά ήταν αδύνατον, τα παιδιά του ΕΚΑΒ μου είπαν ότι ακόμη κι αν τα κατάφερνα πράγμα απίθανο, δεν θα είχε νόημα, είχες φύγει απ΄ το σώμα σου.
Δεν ξέρω αν έχει νόημα να τα βάζω με τις παλινωδίες του συστήματος μιας διαλυμένης Δημόσιας Υγείας, αλλά που να ήξερα ότι αν σου έκοβα για μια εβδομάδα το αντιπηκτικό, τώρα θα ήσουν μαζί μας, εξάλλου δεν είμαι γιατρός και δεν θα το ήθελα ειλικρινά.
Μάνα όσο κι αν μου λείπει η παρουσία σου, σε βλέπω παντού, στα παντοφλάκια σου, στο ποτήρι σου, στα λουλούδια σου που ακόμα δεν τα ποτίζω και δεν τα καλλωπίζω με τόση θαλπωρή, αλλά σου υπόσχομαι ότι θα προσπαθήσω να κρατήσω ζωντανά τα γεράνια και τους βασιλικούς που τόσο αγάπαγες.
Μάνα μου πολυαγαπημένη, δώσε τους χαιρετισμούς σου στο Γιώργη μας, στη Στυλιανή μας, στη Βασιλεία μας, στο Θοδωρή μας, στο Μανώλη μας, στη Νονά μου, στη Μαρία, στον Παππού, στη Γιαγιά που δε γνώρισα, στο Χρήστο μας, στη Θεία την Ειρήνη, στο Ευγενιώ μας και στο Βασίλη μας, αλλά και όλη μας την αγάπη, σε αυτή την υπέροχη οικογένεια που είχα την ευτυχία και την τύχη να είμαι μέλος της και συγγενής τους.
«Η φυγή της, η φυγή αυτής της αγωνίστριας, της μάνας μου, της κυρίας Χαράς, δεν ήταν μια ιστορία που θα την αφήσω να ξεχαστεί… Πέρασε μια ζωή πάρα πολύ δύσκολη… Το τέλος της ήταν και το τέλος της παιδικότητας μου… όταν ο γονιός φεύγει… το παιδί χάνει την αθωότητα του και προσπαθεί να βρει τα πατήματα του σε κενό αέρος.»
Μάνα μου πράμα ιερό
στον κόσμο δεν είναι άλλο
στο προσκεφάλι μου έστεκες
όταν δεν άντεχα άλλο.
Ενισχύστε οικονομικά την επιβίωση του portal “istosch data &technologies lab“ Ενισχύστε την επιστημονική και καλλιτεχνική παρέμβαση στο διαδίκτυο
Στις δύσκολες εποχές, που το λαϊκό εισόδημα στενάζει και όλα τα οικονομικά αποθέματα εξαϋλώνονται κατά γεωμετρική πρόοδο, τα προς το ζειν μέσα από ένα ισχνό μισθό, δεν φτάνουν ούτε για “αέρα κοπανιστό”, και δεν μας οδηγούν στο “ευ ζειν”, αλλά στην περιδίνηση στο απόλυτο αδιέξοδο με την πολιτική του "τεκμαρτού είσοδήματος" στους αυτοαπασχολούμενους, άπαντα γίνονται δύσκολα για όλους.
Με ένα εξοντωτικό φορολογικό νόμο, που αφανίζει τους αυτοαπασχολούμενους και μεγαλώνει την κερδοφορία των πολύ μεγάλων επιχειρήσεων, μετατρέποντας ουσιαστικά τη χώρα φορολογικό παράδεισο για τις πολυεθνικές, εμείς κρατάμε ζωντανό το όνειρο μας, σε ένα περιβάλλον που θέλει πολύ δύναμη και πολλές θυσίες για να επιβιώσεις.
Το Εναλλακτικό κι Ανεξάρτητο Κέντρο Τεχνολογίας - Διαδικτύου καθώς και το E - Funzine (portal) μας, συνεχίζουν να εργάζονται αδιάκοπα και με πάθος, βάζοντας ζητήματα πολιτισμού, τέχνης, ανθρωπιστικών, κοινωνικών επιστημών, αλλά και θετικών, καθώς και τεχνολογίας στο τελευταίο, με προτάσεις κι αναλύσεις που βοηθούν τον ελεύθερο μας χρόνο και να αναπτύξουμε μια άλλου είδους κοινωνική και κυρίως ταξική συνείδηση, που σήμερα βρίσκεται στο στόχαστρο.
Με πολύ κόπο και μεγάλη διάθεση προσφοράς, αλλά και με αίσθημα ευθύνης, ειδικά σε αυτή τη φάση, σε αυτές τις δυσμενείς οικονομικές συνθήκες, κάθε μικρή ενίσχυση για την παραπέρα συνέχεια του portal είναι πολύ σημαντική.
Σας ευχαριστούμε εκ των προτέρων για τη βοήθεια σας και σας ευχόμαστε καλές ηλεκτρονικές Περιηγήσεις, με μια υπόσχεση από μας, ότι κάνουμε το καλύτερο δυνατόν, πάνω και μέσα στα πλαίσια της εποχής.

































