Ξεπέρασε κάθε ταβάνι φτάνοντας στο Σείριο με ακόρντα Λα Μινόρε
Ξεπέρασε κάθε ταβάνι φτάνοντας στο Σείριο με ακόρντα Λα Μινόρε
Ο απέραντος, απέριττος, υπέροχος, μοναδικός Βαγγέλης Λιάρος, ήταν ένας γλωσσικός κροίσος και ένας νοηματικά βαθυστόχαστος και αινιγματικός στοχαστής, στιχουργός και ποιητής της εποχής του. Υπήρξε η νοερή φωνή του πάσης φύσης και κατεύθυνσης λαϊκού κινήματος που στο έντερο του παράγονταν ο νέος τύπος ανθρώπου.
Γεννήθηκε στις 23 του Νοέμβρη του 1949 στην Θεσπρωτία και ήταν ένα ακόμα παιδί των ηττημένων του λεγόμενου εμφυλίου(που μόνο κάτι τέτοιο, δηλαδή εμφύλιοας δεν ήταν, όμως δεν είναι της παρούσης, αυτή η ιστορική παράμετρος υπό τη μορφή ανάλυσης). Ο Άλκης Αλκαίος, αποχαιρέτησε το “μάταιο” τούτο κόσμο, με το κεφάλι ψηλά, αρχικά κοιτώντας το και εν τέλει φτάνοντας στο Σείριο, “Ορθοστατών και ορθοβαδίζων” στην Αθήνα, στις 10 του Δεκέμβρη του 2012.
Το καλλιτεχνικό του όνομα Άλκης Αλκαίος, ήταν εκείνο το θρυλικό όνομα που χάριζε σε μεγάλους συνθέτες και ερμηνευτές τα μάλα, ως μεγεθυντική αντανάκλαση της εποχής. Ήταν αυτές οι αράδες που έδωσαν στους τελευταίους ιδιαίτερο ύφος και στάθμη, διότι χωρίς αυτόν ίσως να είχαν χαθεί στο χάος μιας απέραντης για την εποχή μουσικής βιομηχανίας.
Τούτο εδώ το μικρό αφιέρωμα στον Άλκη Αλκαίο, δεν είναι ένα αφιέρωμα που αφορά το βιογραφικό του και την πορεία του στην τέχνη και τον πολιτισμό της χώρας, εξάλλου τέτοια θα βρείτε πολά, εμείς επιλέξαμε αυτό εδώ να είναι μια δειλή και ταπεινή προσπάθεια, διείσδυσης στο τεράστιο έργο του με μερικές γραμμές που θέλουν να αποτυπώσουν, κάτι από το μήνυμα που κατά τους υποφαινόμενους, ο ποιητής ήθελε να μας μεταφέρει ως τα δικά του κωδικοποιημένα σήματα μορς.
Λάτρης του Βλαδίμηρου Μαγιακόφσκι και της σοβιετικής πρωτοπορίας, υπήρξε κι αυτός φουτουριστής ποιητής, εξάλλου μέσα από τους γρίφους των προηγούμενων, αυτών που τον είχαν επηρεάσει αναδύεται το ταλέντο και η αξία του νεότερου ποιητή.
Θαυμαστής του Πάπλο Νερούδα, πατριώτης με διεθνιστικό ορίζοντα δεν άφησε την πένα του να ξεπεράσει τον εμφύλιο στο Ελ Σαλβαδόρ, που μας τον θυμίζει ως ένα μακρινό όνειρο ο μεγάλος Άλκης Αλκαίος.
Για μας πολύ μεγαλύτερος από πολλούς μεγάλους παλαιότερους και μάλιστα βραβευμένους ποιητές και μακρυά από τον επιβλαβή τοπικιστικό ρομαντισμό ορισμένων εξ αυτών, έδινε αυτό που επιζητούσε η εποχή του, αναβάθμιζε το ανθρωποειδές σε άνθρωπο και κάθε φορά που τον ακούς, εξετάζεις όλο και νεότερα πράγματα.

Υπήρξε το πολιτικό και πολιτιστικό δελτίο καιρού μιας εποχής που το σύστημα απαιτεί να την ξεχάσουμε και να υποταχθούμε στον φετιχισμό του αναπαλαιωμένου νέου που έρχεται από τα σκοτάδια του χτες και αυτό πολεμούσε διαρκώς σε κάθε έργο του και με κάθε τρόπο, λέξη τη λέξη, στίχο το στίχο.
Έκανε μονίμως εμπάργκο στις αυλές και στους αυλοκόλακες των αστών που τους κατονόμαζε ψυχικά διαταραγμένους. Αυτοί που με τους θεωρητικούς ταγούς και με τον περίγυρο τους, επιβάλουν το εμπάργκο στον πλούτο για τους φτωχότερους που τον παράγουν με πολύ πόνο και που ένας στρατός από μισθοφόρους τους ασκεί στο σώμα των μη εχόντων, μια ανείπωτη βια.
Έκανε ένα ανελέητο κυνήγι ονείρων, αναζητούσε όπως όλα τα μεγάλα παιδιά την άκρη του καπιρανιού(του ουράνιου τόξου δηλαδή). Έριχνε αγκυροβόλιο συχνά – πυκνά στα όνειρα του και στο χρόνο που δεν μπορούσε ποτέ να κατανοήσει, παράγγελνε τα παγωτά της νιότης του και τον έβρισκε ο Χειμώνας με κοντά παντελονάκια, στις παράγκες του Αιώνα. Χόρευε σημαδεύοντας με μια σφεντόνα τα ταβάνια που τον εμπόδιζαν να φτάσει στο Σείριο και τα παιδιά του.
Τους έδινε το χέρι του με τους στίχους του τρυπώντας τα μπετά της οροφής και περνούσε σε μια άλλη διάσταση από το πέρασμα των μοναχικών ψυχών που φλερτάρουν μονίμως με το θάνατο κάνοντας τον φίλο. Ήταν από αυτούς που φιλτράρουν την εποχή τους στις άσφαλτους του χρόνου που τρέχουν ασταμάτητα, αφήνοντας πίσω τους πολύ μεγάλο πόνο.
Αυτός ήταν ο υπέροχος, πανέμορφος στιχουργός και ποιητής που δεν έκανε τα περιττώματα ήλιους και θάλασσα, αλλά έγραφε γι αυτά με την πραγματική τους διάσταση, ως πνίχτες των πραγματικών μας ονείρων που δεν πραγματώνονται ποτέ, γι αυτό μας λείπει και θα τον μελετάμε όσο πιο συχνά μας το επιτρέπει ο χρόνος που όλα τα καταβροχθίζει.
Η Δικτατορία 1967-1974, το μόνο που κατάφερε, ήταν να ξεκινήσει τη διάλυση της χώρας και να κάνει την πρώτη μεγάλη μοιρασιά σε ημέτερους, φίλους και γνωστούς και αυτή ήταν πάντα αποτυπωμένη στους στίχους του.
Η Επταετία δεν άφησε τίποτα όρθιο στο διάβα της, παρά μόνο κρατήρες, σκάνδαλα, οικονομική καταστροφή των παραγωγικών δυνάμεων, ειδικά των μικρών αστικών κέντρων, γκλαμουριά και πολύ πόνο, ένα πόνο που κράτησε για χιλιάδες ανθρώπους μέχρι τα ύστερα τους και τόκιζε κάθε μέρα, σε πολλούς από αυτούς, στο βαθμό της αναπηρίας, όπως και στον μέγιστο Αλκαίο.
Για τους ¨αντιφρονούντες¨, το σώμα τους, ήταν “πεδίο βολής φτηνό, που ασκούνταν βρίζοντας ξένοι φαντάροι”, ειδικά αυτοί της ΕΑΤ-ΕΣΑ, με κάθε λογής και πάσης φύσης βασανιστήριο, που θα τους ακολουθούσε στα κατοπινά τους χρόνια, μετά την μεταπολίτευση, όπως τον τεράστιο Άλκη Αλκαίο, ο οποίος απέκτησε Ρευματοειδή και αγκυλωτική σπονδυλαρθρίτιδα”, όπως είχε εκμυστηρευτεί στον Μ. Πασχαλίδη κι αυτός το αποτύπωσε στο βιβλίο που είχε γράψει γι αυτόν.
Ηλεκτροσόκ, φάλαγγα, σεξουαλική κακοποίηση, σοδομισμοί και βγάλσιμο όνυχων με την τανάλια, καθώς και πολύ ξύλο, μέχρι να ξεράσει κανείς αίμα απ΄το στόμα.
Αυτό το άρθρο για το μεγάλο στιχουργό – στοχαστή, που βίωσε την κτηνωδία της δικτατορίας, κι επειδή υπάρχουν ακόμα και σήμερα κάποιοι που δειλά-δειλά μας τονίζουν την αγυρτία της, ως καλή ιστορική περίοδο, καλό είναι να θυμηθούμε, μέσα από το έργο του, τα έργα και τις ημέρες του γύψου.
Το άρθρο το αφιερώνουμε στον αγαπημένο φίλο του Άλκη και μαχητή Θάνο Μικρούτσικο
Στίχοι: Ερωτικό (Με μια πιρόγα)
Διαφήμιση Εξωτερικού συνδέσμου
Διαφήμιση Εξωτερικού συνδέσμου
Με μια πιρόγα φεύγεις και γυρίζεις
τις ώρες που αγριεύει η βροχή
στη γη των Βησιγότθων αρμενίζεις
και σε κερδίζουν κήποι κρεμαστοί
μα τα φτερά σου σιγοπριονίζεις
Σκέπασε αρμύρα το γυμνό κορμί σου
σου ‘φερα απ’ τους Δελφούς γλυκό νερό
στα δύο είπες πως θα κοπεί η ζωή σου
και πριν προλάβω τρις να σ’ αρνηθώ
σκούριασε το κλειδί του παραδείσου
Το καραβάνι τρέχει μες στη σκόνη
και την τρελή σου κυνηγάει σκιά
πώς να ημερέψει ο νους μ’ ένα σεντόνι
πώς να δεθεί η Μεσόγειος με σχοινιά
αγάπη που σε λέγαμ’ Αντιγόνη
Ποια νυχτωδία το φως σου έχει πάρει
και σε ποιο γαλαξία να σε βρω
εδώ είναι Αττική φαιό νταμάρι
κι εγώ ένα πεδίο βολής φτηνό
που ασκούνται βρίζοντας ξένοι φαντάροι









