O Κινηματογραφιστής της Σόνιας

Ο Τάκης Κανελλόπουλος το 1962 γύρισε μια από τις πιο σπουδαίες αντιπολεμικές και εσκεμμένα ασπρόμαυρες ταινίες τις εποχής τον “Ουρανό” εν όψει και της επετείου των ημερών την 28η του Οκτώβρη, που ουσιαστικά στηρίζεται και σχετίζεται σε πάνω σε αληθινές αφηγήσεις όσων έζησαν την περίοδο από το 1940 – 1944 τη φρίκη του Β’ ΠΠ και ήταν όλες στηριγμένες πάνω και μόνο σε πραγματικά γεγονότα.
Μέχρι το 1980 γυρίζει άλλες έξι ταινίες, όπου δεν παραβλέπεται σε καμία από αυτές η συναισθηματική τοποθέτηση – πινελιά των ηρώων – αντιηρώων του (η ηρωϊδων – αντιηρωίδων του όπως η Σόνια), ειδικά από αυτές που γυρίστηκαν από το 1972 και μετά, όπου το ερωτικό δράμα είναι “πανταχού παρών (και δυστυχώς) τα πάντα πληρών” με όρους προτεσταντικής ηθικής και Παλαιάς Διαθήκης, όπου ο τιμωρός είναι σε κάθε σημείο παραμονεύοντας στη γωνία και ο κλοιός γίνεται συσφιγκτήρας.
Τόσο στην “Τελευταία Άνοιξη”, [(όπου μια παρέα χωρίζεται από τον Πόλεμο) και τα τρία μέρη της ακροβατούν σε νέες ζωές, άλλες στην αλληλεγγύη με το συμπολεμιστή τους, άλλες με την προστασία στα φυλακισμένα πουλιά και άλλες στην λιποταξία και στο ψέμα χάριν ερωτικής αναγκαιότητας που δημιουργεί μια παράνομη σχέση με το τέταρτο μέλος της παρέας την Άννα)].
Τόσο στο “Χρονικό μιας Κυριακής”, όπου έξι σπονδυλωτές ιστορίες δημιουργούν ένα πεδίο ορισμού πάνω κάτω, κοινό, την αναγκαιότητα για επίτευξη της προσμονής έξι διαφορετικών ηρώων.
Τόσο στο “Ρομαντικό Σημείωμα” την προτελευταία του ταινία, όπου τέσσερις συμφοιτητές έχουν κοινό ερωτικό στόχο που δεν είναι άλλος από την ίδια κοπέλα, η οποία θα αναστατώσει τις ζωές τους όταν αυτή θα εμφανιστεί από το πουθενά στις ζωές τους, και με τον ίδιο τρόπο θα τους εγκαταλείψει ολοκληρώνοντας το δράμα που συνεχίστηκε και στην τελευταία του ταινία τη “Σόνια” το 1980, την ίσως σπουδαιότερη ερωτική ταινία που έβγαλε ποτέ το Ελληνικό Σινεμά.

Περισσότερα

O Σαμουράι του Ιαπωνικού Σινεμά

Ο όγδοος από τους Επτά Σαμουράι του Ιαπωνικού Κινηματογράφου (οι Γιασουχίρου Όζου, Χιρόσι Τεσιγκαχάρα, Μίκιο Ναρούζε, Νάγκισα Όσιμα, Γιουχάρου Ατσούτα, Μασάκι Κομπαγιάσι και Κιόγκο Καγκάβα, ήταν οι υπόλοιπο επτά), κάθισε στο Θρόνο του πιο μεγάλου απ΄ όλους, φτιάχνοντας και τρέχοντας ταινίες που ξεπερνούσαν το Μυστικό Φρούριο της κινηματογραφικής Ιαπωνίας, με αριστουργηματικά φιλμ που προσιδιάζουν τις Ραψωδίες του Αυγούστου και αποτέλεσαν το καταφύγιο του.
Οι συνθήκες της Άπω Ανατολής, γέννησαν τον πιο απέριττο, ήσυχο, λιτό και θαυμάσιο Άγγελο της κινηματογραφίας της πατρίδας του, που θαύμαζε τόσο τη Σοβιετική πρωτοπορία του Πουντόβκιν, τόσο το δικό μας τον Αγγελόπουλο, όσο και το Σαίξπηρ, εξάλλου το Seven Samurai καθώς και το Ran, τα γύρισε πάνω στη φιλοσοφία του Βρετανού ποιητή και θεατρικού συγγραφέα. Μπορεί το Ιαπωνικό Κινηματογραφικό γίγνεσθαι πριν απ΄ αυτόν και παράλληλα με αυτόν, δηλαδή στα πρώτα του βήματα να ιδιώτευσε σαν αδέσποτο σκυλί στην ουρά μιας Ασιατικής Λευκής Τίγρης, ωστόσο τα όνειρα του Κουροσάβα ήταν κοσμικής φύσης και φιλειρηνικής πνοής.
Ο μεγάλος αυτός κινηματογραφιστής, υπήρξε πολέμιος των σκιών στην φιλμογραφία, θεωρώντας πως το σοβιετικό σινεμά σε σχέση με το Χολιγουντιανό, σου έδινε περισσότερες δυνατότητες για μια ολοκληρωμένη δημιουργία. Για τον ίδιο, το τελευταίο δεν εμβάθυνε, δεν άφηνε περιθώρια δημιουργικής προοπτικής και στο τέλος κολύμπαγε στα αβαθή νερά της χρηματοδότησης από τον παραγωγό, ως εξαρτώμενο και προσαρμοσμένο στο σενάριο από τον τελευταίο, ενώ όπως είχε δηλώσει σε μια από τις συνεντεύξεις του, του ήταν παντελώς αδιάφορο.

Περισσότερα
Μέγεθος γραμματοσειράς